Παρασκευή, 17η Απριλίου 2026  5:05 μμ
Τετάρτη, 01 Απριλίου 2026 19:06

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Η «πολιτεία του Θεού» του ιερού Αυγουστίνου

Αν βρίσκετε το άρθρο ενδιαφέρον κοινοποιήστε το

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεου

Διάβασα το βιβλίο του καθηγητού και Διευθυντού της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών Αθανασίου Καψάλη με τίτλο «ο Ιερός Αυγουστίνος και η πολιτεία του Θεού», και υπότιτλο «συμβολή στην εκκλησιαστική ιστοριογραφία του Ε΄ αιώνα» (εκδ. Ostracon) και είδα πολύ ενδιαφέροντα σημεία. Βέβαια, πάντοτε με ενδιέφεραν τα σχετικά με τον ιερό Αυγουστίνο επειδή έζησε σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο, αλλά και επειδή οι σχολαστικοί θεολόγοι επηρεάσθηκαν από την θεολογία του και την ανέπτυξαν ακόμη περισσότερο σε μερικά σημεία και έτσι προήλθε η λεγόμενη σχολαστική θεολογία (11ος – 13ος αιώνας). Συγχρόνως, αυτή η θεολογία επηρέασε και την πολιτική και πολιτιστική κατάσταση του Δυτικού κόσμου μέχρι τις ημέρες μας.

Μεταξύ των βιβλίων που έγραψε ο πολυτάλαντος αυτός Επίσκοπος Ιππώνος, ήταν και το έργο «Πολιτεία του Θεού» σε πολλά βιβλία. Ομολογώ ότι πολλές φορές αποπειράθηκα να το διαβάσω από την ελληνική έκδοση, αλλά δεν το κατόρθωσα για πολλούς λόγους. Όμως, ο καθηγητής Αθανάσιος Καψάλης στην επιστημονική του αυτή μελέτη μας δίνει επαρκώς και το περιεχόμενο του έργου αυτού και μας προσφέρει ιδιαίτερες πληροφορίες για το περιεχόμενό του και την επίδραση που είχε ιδιαίτερα το έργο αυτό στους μεταγενεστέρους μέχρι την εποχή μας. Θα προσπαθήσω να κάνω μια μικρή περίληψη του έργου αυτού και το κυριότερο θα καταγράψω μερικά σημεία του που με ενδιαφέρουν.

1. Σύντομη περιγραφή της εργασίας
Η εργασία του καθηγητού Αθανασίου Καψάλη είναι συστηματική και παρουσιάζει το περιεχόμενο του έργου «η Πολιτεία του Θεού» και μας δίνει ενδιαφέροντα σημεία. Η εργασία αυτή επεκτείνεται σε 565 σελίδες μεγάλου μεγέθους, από τις οποίες πάνω σε από 150 σελίδες καταλαμβάνει η βιβλιογραφία (πηγές και βοηθήματα). Η εργασία αρχίζει με τον πρόλογο και στην συνέχεια χωρίζεται σε δύο κεντρικά μέρη.

Στο πρώτο μέρος, μετά την εισαγωγή, αναπτύσσονται πέντε κεφάλαια, ήτοι: 1. Ο Αυγουστίνος ως διανοητική και πνευματική «σταθερά». 2. Civitas dei (πολιτεία του Θεού). 3. Η Νουμιδική Αφρική. 4. Πνευματικές, καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές επιρροές. 5. Μεταξύ Παλαιάς Διαθήκης και Νεοπλατωνισμού – νέες επιρροές.
Στο δεύτερο μέρος μετά την εισαγωγή αναπτύσσονται τρία κεφάλαια, ήτοι: 1. Η ίδρυση της Ρώμης. 2. Η Εκκλησία μετά την ίδρυσή της. 3. Ιστορικός χρόνος και μνήμη κατά τον ιερό Αυγουστίνο.
Στο τέλος παρατίθενται τα συμπεράσματα και η Βιβλιογραφία. Ένα ενδεικτικό χωρίο που προέρχεται από την «Πολιτεία του Θεού», το οποίο καταχωρίζεται στην αρχή του βιβλίου, εκφράζει το τι θεωρεί ο ιερός Αυγουστίνος ως Πολιτεία του Θεού. «Καλούμεν Πολιτείαν του Θεού εκείνην την ύπαρξιν της οποίας διαπιστώνουν αι Γραφαί• την πολιτείαν δηλονότι εκείνων, ήτις έλαβε το ύψιστον κύρος και την προέχουσαν θέσιν της υπέρ πάσαν άλλην δημιουργίαν παρά της θείας Προνοίας και όχι επί τη βάσει ανθρωπίνων αποφάσεων αποτόκων ανθρωπίνων συλλογισμών» (ΧΙ, 1, σελ. 287).

Στον πρόλογο της επιστημονικής αυτής εργασίας γράφεται ότι ο συγγραφεύς μελετώντας τα σχετικά με τον Καρλομάγνο (768-814) και την Academia Palatina διεπίστωνε ότι οι συστηματικοί θεολόγοι της εποχής εκείνης, όπως ο Αλκουίνος, ο Ραβανός Μαύρος και άλλοι «είχαν εντρυφήσει στη θεολογία του ιερού Αυγουστίνου με όλα τα πλεονεκτήματα, αλλά και τα μειονεκτήματα κυρίως όσων μεταγενέστερα τον ερμήνευσαν». Από τον Αυγουστίνο είχαν επηρεασθή όχι μόνο οι θεολόγοι της εποχής εκείνης, «αλλά και ο ίδιος ο Καρλομάγνος, όπως πολλοί ηγέτες μετά από αυτόν». Και βέβαια «από τον ιερό Αυγουστίνο και εξής, ξεκίνησε η δημιουργία μιάς ξεχωριστής και διακεκριμένης θεολογικής παράδοσης στην Δύση, χωρίς ωστόσο ο ίδιος ο πατέρας της Δύσης να διεκδικήσει την αυτονόμησή του από την εκκλησιαστική και την φιλολογική της παράδοση». Η «Πολιτεία του Θεού» διακρίνεται σε δύο μέρη.

Στο πρώτο μέρος (Ι-Χ βιβλία) ανασκευάζεται η κατηγορία των ειδωλολατρών εναντίον των Χριστιανών ότι αυτοί ευθύνονται για τα δεινά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την καταστροφή της Ρώμης, αντέτεινε ότι σε αυτό συνετέλεσε «η ασέβεια, η διαφθορά, η πολιτεία και η ανηθικότητα των Ρωμαίων Εθνικών».
Στο δεύτερο μέρος (ΧΙ-ΧΧΙΙ βιβλία) παρουσιάζεται η θεολογική σκέψη του ιερού Αυγουστίνου, περιγράφοντας την Πολιτεία του Θεού και την αποκαλυπτική εσχατολογία. Παρουσιάζεται η πτώση των Πρωτοπλάστων, διαφαίνεται η ανθρωπίνη κοινωνία με διπλό τρόπο, από τους Κάϊν και Άβελ και εξής, και γίνεται λόγος «γιά τα τέκνα της γης και τα τέκνα της επαγγελίας, δηλαδή της γήινης και της ουράνιας Πολιτείας αντίστοιχα». Από το βιβλίο ΧΧ καταγράφονται «οι εσχατολογικές αναφορές στην μέλλουσα κρίση», «τό τέλος της γήινης πολιτείας (τού Διαβόλου), η καταδίκη των απίστων, αλλά και η διαβεβαίωση των τελευταίων για όσα επισυμβούν». Και στο βιβλίο ΧΧΙΙ «περιγράφεται το τέλος που επιφυλάσσεται σε όσους ανήκουν στην ουράνια Πολιτεία, την Πολιτεία του Θεού, που δεν είναι άλλο από την ανάσταση των νεκρών. Είναι η απόλαυση της αιωνίας ευδαιμονίας όλων όσοι ανήκουν στην ουράνια Πολιτεία, οι οποίοι συμβιώνουν με τους Αγίους. Οι τελευταίοι ήδη κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον κόσμο που ζούμε μέσω των θαυμάτων τους, πολλά από τα οποία ο ιερός Αυγουστίνος διηγείται».
Ο ιερός Αυγουστίνος στο έργο αυτό προσδιορίζει τους έξη αιώνες, ανάλογα με τις έξη ημέρες της εβδομάδας, ήτοι: Ο πρώτος αιώνας (πρώτη ημέρα) προσδιορίζεται από τον Αδάμ μέχρι τον κατακλυσμό. Ο δεύτερος αιώνας (δεύτερη ημέρα) από τον κατακλυσμό μέχρι τον Αβραάμ. Ο τρίτος αιώνας (τρίτη ημέρα) από τον Αβραάμ μέχρι τον Δαυίδ. Ο τέταρτος αιώνας (τέταρτη ημέρα) από τον Δαυίδ μέχρι την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας. Ο πέμπτος αιώνας (πέμπτη ημέρα) από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας μέχρι την κατά σάρκα γέννηση του Χριστού. Και ο έκτος αιώνας (έκτη ημέρα) είναι η πορεία η οποία δεν προσδιορίζεται από τον αριθμό των γενεών, στην πραγματικότητα είναι ο χρόνος στον οποίο βρισκόμαστε μέχρι την έβδομη ημέρα που «θά βρισκόμαστε σε ανάπαυση ψυχής σε ένα τέλος άνευ τέλους».

2. Ενδιαφέροντα σημεία
Στην εργασία αυτή του καθηγητού Αθανασίου Καψάλη που αναλύεται διεξοδικά το έργο του ιερού Αυγουστίνου «η Πολιτεία του Θεού» παρουσιάζονται διάφορα ενδιαφέροντα σημεία που φανερώνουν τόσο την θεολογία του ιερού Αυγουστίνου όσο και την επίδραση που άσκησε στους μεταγενεστέρους. Όμως, θα περιορισθώ σε τρία από αυτά, που με ενδιαφέρουν προσωπικά.

α) Η γνώση της ελληνικής γλώσσης

Ο Αυγουστίνος γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας, στην σημερινή Αλγερία της Αφρικής και η μητρική του γλώσσα ήταν η βερβερινή σε μια από τις διαλέκτους της, αλλά το πρόγραμμα διαπαιδαγώγησης ήταν η λατινική. Οι ερευνητές του έργου του ιερού Αυγουστίνου εξετάζουν κατά πόσο γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος έγραφε στην λατινική γλώσσα, αλλά φαίνεται ότι γνώριζε να διαβάση στην ελληνική, διότι την διδάχτηκε, αλλά δεν μπορούσε να την γράφη. Ο ίδιος στις εξομολογήσεις του γράφει: «Τα ελληνικά τα μισούσα. Μά για ποιο λόγο, επιτέλους, με υποχρέωναν να τα μάθω παιδάκι ακόμη; Πάντως, το μίσος εκείνο και τώρα ακόμη δεν μπορώ να το καταλάβω. Αντίθετα, τα λατινικά τα αγαπούσα πολύ». Επί πλέον γράφει: «…καί τα στοιχειώδη μαθήματα, στα οποία διδάσκονται η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητική, δεν μού φαινόταν λιγότερο βαρετά. Και αυτά, όπως και τα ελληνικά τα αισθανόμουν σαν τιμωρία». Παρά ταύτα ήξερε να διαβάζη στα ελληνικά και να τα μεταφέρη στα λατινικά, και χρησιμοποιούνται μερικά παραδείγματα στα οποία φαίνεται ότι συνέκρινε λατινικά χειρόγραφα με ελληνικά και ερμήνευε όρους της ελληνικής γλώσσης στην λατινική γλώσσα. Η λατινική γλώσσα δεν ήταν μητρική του γλώσσα, αλλά «μιλούσε και έγραφε άριστα στην λατινική», «αφού όλοι στο σπίτι του στην Ταγάστη, του μιλούσαν υποχρεωτικά στην λατινική και μόνο».

Βέβαια, η έλλειψη καλής γνώσης της ελληνικής γλώσσης στάθηκε «ένα μεγάλο εμπόδιο για τον ιερό Πατέρα». «Το γεγονός όμως ότι πολύ σπάνια κατέφευγε στους Έλληνες Πατέρες, τους οποίους είχε υπόψη του, δεν οφείλεται στην γνώση η άγνοια της Ελληνικής, αλλά στο σταθερό βλέμμα του προς την Ρώμη». Ήταν «θιασώτης της Ρώμης, ως imperium rοmanum, και της Δύσης γενικότερα, αισθανόταν πρώτα Χριστιανός κι έπειτα Ρωμαίος πολίτης, είχε πίστη στις δυνατότητες του δυτικού τμήματος του Κράτους». Γράφεται στο βιβλίο: «Σχεδόν επιδεικτικά ουδέποτε έστρεψε το βλέμμα του φανερά στην Ανατολή και τους Έλληνες Πατέρες. Αλλά κι όταν προκλήθηκε να το κάνει, είχε άμεση την απάντηση ως αντίλογο». Συγκεκριμένα, σε μια επιστολή του στον Ιουλιανό Αικλάνην έγραφε: «Ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος να επικαλείσαι τους ανατολικούς (ενν. επισκόπους), επειδή και αυτοί οι ίδιοι είναι Χριστιανοί, και επειδή στα δύο μέρη της γης (ενν. Ανατολή και Δύση) η πίστη είναι κοινή, είναι η χριστιανική, και σίγουρα οι δυτική δημιούργησε (καί) η δυτική Εκκλησία θα αναδημιουργήσει». Η απάντηση του Αυγουστίνου στον Ιουλιανό ήταν «έχουμε κι εμείς Πατέρες», αλλά κι αν έως τώρα δεν έχουμε, θα μπορέσουμε στο μέλλον να έχουμε».

Αυτή είναι μια εξήγηση για την θεολογία του ιερού Αυγουστίνου, ότι εκτός από την όχι καλή γνώση της ελληνικής γλώσσης είχε μια αποστροφή στους Πατέρες της Ανατολής, αλλά θα μπορούσε να πή κανείς ότι είναι και μια «προφητεία» του για το μέλλον. Αυτό λέγεται από την άοψη ότι όντως αναπτύχθηκε στην Δύση ο Σχολαστικισμός που είχε ως βάση τον Αυγουστίνο, ο οποίος σαφώς διαφοροποιείται από πλευράς μεθοδολογίας από την ορθόδοξη θεολογία των Πατέρων της Ανατολής και Δύσης μέχρι τον 5ο αιώνα.

β) Μανιχαϊκές και νεοπλατωνικές επιρροές

Ο ιερός Αυγουστίνος από την Ταγάστη μετέβη στην Καρθαγένη όπου έζησε την λεγόμενη «Βαβυλώνεια» αιχμαλωσία του, επιδόθηκε σε υλικές απολαύσεις, έβλεπε θεατρικές παραστάσεις, συναναστρεφόταν με μάγους και αστρολόγους, αρνήθηκε τις Γραφές και δέχτηκε Μανιχαϊκές επιρροές για εννέα χρόνια. Οι Μανιχαίοι είχαν τον Μάνη ως αρχηγό τους ο οποίος θεωρούσε ότι ήταν ο τελευταίος προφήτης μετά τον Βούδα, τον Ζωροάστρη και τον Χριστό. Ταύτιζε τον εαυτό του με τον Παράκλητο και σε κάθε περιοχή που επικρατούσε η θεωρία του τόνιζε τα ιδιαίτερα θρησκευτικά στοιχεία της. Τα ουσιαστικά στοιχεία του Μανιχαϊσμού ήταν η διαρχία μεταξύ καλού και κακού, οι αιώνες του φωτός και του σκότους κ.ά. Τα χαρακτηριστικά του Μανιχαϊσμού ήταν κατ’ αρχήν γνωστικά, και το περιεχόμενό του προερχόταν από τα μεγάλα Θρησκεύματα της εποχής εκείνης, δηλαδή Ζωροαστρισμό, Βουδισμό, Γνωστικισμό και Χριστιανισμό.

Κατά τον Μάνητα υπάρχουν δύο απόλυτες αρχές, του φωτός και του σκότους, του αγαθού και του κακού, του Θεού και της ύλης. Υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ αυτών και δημιουργείται ένα ανάμικτο σύμπαν, στο οποίο κυριαρχεί το σκοτάδι, το οποίο έχει αιχμάλωτη την ουσία του φωτός. Και ο ίδιος ο άνθρωπος αποτελείται από τα ανάμεικτα αυτά στοιχεία και έχει ανάγκη απελευθέρωσης. Αυτό επιτυγχάνεται από τον αντιπρόσωπο του Θεού φωτός με την γνωστική και ασκητική ζωή, την περιφρόνηση όλων των εγκοσμίων και αυτής της τεκνογονίας, ώστε να μη κλείνονται συνεχώς ψυχές μέσα σε νέα σώματα. Από τον Μανιχαϊσμό πέρασε στον Νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου και του Πορφυρίου, με μια μικρή ενδιάμεση στάση στον Πλατωνισμό. «Ο Πορφύριος απετέλεσε τον “πνευματικό” συνδετικό κρίκο μεταξύ του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου, γι’ αυτό ο τελευταίος αποκαλεί τον Πορφύριο “Doctissimum”».

γ) Ο Καρλομάγνος και η «Πολιτεία του Θεού»

Ο Νεοπλατωνισμός είναι ένα φιλοσοφικό ρεύμα που αναπτύχθηκε μεταξύ του 2ου και του 6ου αιώνα μ.Χ. και εμφανίσθηκε ως αντίδραση στον Χριστιανισμό. Είναι μια αναβίωση του πλατωνισμού, στην πραγματικότητα μεταμόρφωση του πλατωνισμού, είναι μια «ανατολικοποίηση» της πλατωνικής σκέψεως, σύμφωνα με τις ανάγκες της εποχής. Εκφράσθηκε ως φιλοσοφία και ως θρησκεία. Βασική του αρχή ήταν ότι αρχή και πηγή του κόσμου είναι το «Έν» που είναι κλεισμένο στην τελειότητα και μακαριότητά του. Ο κόσμος δημιουργήθηκε από απορροή, δηλαδή το ανώτατο Όν, το «Έν» εκχύνει την τελειοτητά του προς τα έξω και δημιουργείται ο κόσμος. Έτσι, μετά το «Έν» είναι ο «Νούς», ο οποίος αποτελείται από ιδέες. Άλλη απορροή είναι η «Ψυχή»τού παντός, που είναι παρούσα σε κάθε επί μέρους ψυχή. Άλλη απορροή είναι οι «Ψυχές», που είναι μεταξύ της κοσμικής ψυχής και της «ύλης». Και τελευταία απορροή είναι η «ύλη».

Από αυτήν την μεταφυσική θεώρηση του κόσμου προέρχεται ο μυστικισμός, ότι η ψυχή πρέπει να επιστρέψη στην αρχική ουσία από την οποία προήλθε το «Έν», και αυτό επιτυγχάνεται με την «κάθαρση» που είναι απαλλαγή από τα μιάσματα της ύλης. Αυτή η ένωση θα γίνη στην άλλη ζωή. Ο ιερός Αυγουστίνος επηρεάσθηκε πολύ από τον Νεοπλατωνισμό, ως προς τον Τριαδικό Θεό και τον άνθρωπο, πράγμα που δεν συνέβη με τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι μιλούσαν για νού και για κάθαρση με εντελώς διαφορετική έννοια, αφού δεν δέχονταν ούτε το φιλοσοφικό σύστημα της απορροής, ούτε την απαλλαγή του νού και της ψυχής από το σώμα ως κακού, ούτε δίδασκαν το σώμα και την ύλη ως κακά, αφού και ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση (ψυχή και σώμα) και την θέωσε. Ο Καρλομάγνος, που είναι γνωστός και ως Κάρολος ο Μέγας ήταν Βασιλιάς των Φράγκων (768-814) και ο πρώτος αυτοκράτορας στην Δυτική Ευρώπη μετά την κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ίδρυσε το Φραγκικό Κράτος, την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους», το λεγόμενο Α΄ Ράϊχ (Α΄ Αυτοκρατορία). Απέκτησε την προσωνυμία «Πατέρας της Ευρώπης».

Ο Καρλομάγνος επηρεάσθηκε πολύ από τον Αυγουστίνο που τον επέλεξε ως θεολόγο της Αυτοκρατορίας του και ιδιαίτερη επίδραση σε αυτήν άσκησε το έργο του ιερού Αυγουστίνου «η Πολιτεία του Θεού». Μάλιστα, σε άλλες πηγές φαίνεται ότι το βιβλίο αυτό ήταν καθημερινό ανάγνωσμα κατά την διάρκεια της τράπεζας του Καρλομάγνου. Γενικότερα, «τό έργο αυτό και η προσωπικότητα του ιερού Αυγουστίνου χρησίμευσαν ως εργαλεία τόσο στην διαμόρφωση εθνικής ταυτότητος του ίδιου του Καρλομάγνου και της νέας ηγεμονίας του, όσο και στη θεμελίωση και ποιοτική εμπέδωση μιάς ιδιαίτερης θεολογικής προσέγγισης του δυτικού Χριστιανισμού, που σε σχέση με την Ανατολή ήθελε να αισθάνεται αυτάρκης». «Και οι δύο παράμετροι, δηλαδή, η πολιτική και η θεολογική ταυτότητα της Ευρώπης έλκουν την καταγωγή τους από ένα πανίσχυρο και αυταρχικό κοινωνικό σύστημα, την οργάνωση του οποίου πρότεινε ο ιερός Αυγουστίνος μέσω του συγκεκριμένου έργου του». Επί πλέον «μετά την αρχαιότητα, αυτή η πολιτική και θεολογική ταυτότητα της ύστερης Ευρώπης, την οποία κληροδότησε ο ιερός Αυγουστίνος, διαμόρφωσε τη νέα πολιτική θεολογία της Εκκλησίας του Μεσαίωνα, πρώϊμου και ύστερου, διαφοροποιημένη όμως σε Ανατολή και Δύση». Αυτή η θεολογία επέδρασε στους σχολαστικούς, την ανθρωπιστική φιλοσοφία της Αναγέννησης και την θεολογία των φιλελεύθερων Προτεσταντών.

Ο Καρλομάγνος αγάπησε ιδιαίτερα το βιβλίο του Αυγουστίνου «η Πολιτεία του Θεού» και θέλησε να την εγκαθιδρύση, αλλά «δέν ήταν ο πρώτος η ο μόνος οραματιστής αυτού του θείου κράτους. Την ιδέα ενός θεολογικά οργανωμένου κράτους, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο ιερός Αυγουστίνος στο έργο του De Civitate Dei (η Πολιτεία του Θεού) ασπάστηκαν και στην συνέχεια υιοθέτησαν, ακόμη και μονομερώς, ανεξάρτητα δηλαδή από τα εκάστοτε πολιτειακά μορφώματα, οι περισσότεροι Πάπες της Δύσης, αρχής γενομένης από τον Πάπα Γρηγόριο Α΄ (590-604). Όλοι τους ακολούθησαν τα βήματα του ιερού Αυγουστίνου». Μάλιστα, «έως και τον Η΄ αιώνα η Civitate Dei είχε ήδη επιβληθεί στη σκέψη του δυτικού κόσμου ως η κατεξοχήν εκκλησιαστικοπολιτική θεωρία συνύπαρξης των δύο εξουσιών και αποτέλεσε πανίσχυρο αντίβαρο στη διατυπωθείσα από τον ΣΤ΄ αιώνα και εξής αρχή της συναλληλίας των δύο εξουσιών στην Ανατολή (ή στον Ηγεμόνα του ιερού Φωτίου), αλλά και βάρος στην πολιτική μετεξέλιξη της Δύσης, η οποία εξακολουθεί ανά τους αιώνες να παραμένει δύσκαμπτη και “Δωρική”».

Γενικά το έργο του καθηγητού Αθανασίου Καψάλη με τίτλο «ο Ιερός Αυγουστίνος και η πολιτεία του Θεού» είναι αξιοπρόσεκτο, διότι μας φωτίζει για να δούμε την επίδραση που είχε το έργο αυτό στην διαμόρφωση του Δυτικού κόσμου μέχρι την σημερινή Ευρώπη από πλευράς θεολογικής, φιλοσοφικής, ψυχολογικής και πολιτικής.

Διαβάστηκε 262 φορές
Η Αιτωλοακαρνανία στο διαδίκτυο για ενημέρωση επι της ουσίας
west media call west media call west media call
Συντακτική Ομάδα του AitoloakarnaniaBest.gr

Καθημερινή ενημέρωση με οτι καλύτερο συμβαίνει και ότι είναι χρήσιμο για τον κόσμο στην Αιτωλοακαρνανία. Σε πρώτο πλάνο η ανάδειξη του νομού, ως φυσική ομορφιά, πολιτισμικές δράσεις, ιστορικά θέματα, ενδιαφέροντα πρόσωπα και ομάδες και οτι άλλο αξίζει να αναδειχθεί.