Η τεράστια απώλεια της Μαρινέλλας σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι και βύθισε στη θλίψη όλη τη χώρα, νεότερους και μεγαλύτερους σε ηλικία, που μεγαλώσαμε με τα τραγούδια της και τη θεατράλε μορφή της πάνω στη σκηνή να υπογράφει ασυναγώνιστες ερμηνείες μέχρι και το απρόσμενο φινάλε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.
Η Μαρινέλλα έζησε και πέθανε ως μεγάλος, αυθεντικός καλλιτέχνης υπηρετώντας την τέχνη της μέχρι την τελευταία στιγμή και μάλιστα χωρίς να έχει απωλέσει το παραμικρό από την έκταση της μοναδικής φωνής και ερμηνείας της. Μάρτυρες όσοι την απόλαυσαν έστω για δύο τραγούδια το βράδυ της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου 2024 κάτω από την Ακρόπολη όπου η «Μεγάλη Κυρία» του ελληνικού τραγουδιού έκανε είσοδο τραγουδώντας a capella το «Καμιά φορά» αφήνοντας άφωνους ακόμα και όσους το είδαν σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Τραγούδια όπως τα «Σταλιά σταλιά», «Κοίτα με στα μάτια», «Ανοιξε πέτρα», «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου», «Με πνίγει τούτη η σιωπή». «Για σένανε μπορώ», «Πάλι θα κλάψω», «Καμιά φορά», «Ποτέ να μη χαθείς από τη ζωή μου» και πολλά άλλα, η Μαρινέλλα τα πήρε και τα απογείωσε και τα χάραξε απευθείας στο DNA μας από γενιά σε γενιά.
Στα 86 της χρόνια συνέχιζε να ανεβαίνει στη σκηνή, να τραγουδάει και να αποθεώνεται από τους πολυπληθείς θαυμαστές της που έσπευδαν να την απολαύσουν όπου κι αν εμφανιζόταν. Με το «Εγώ κι εσύ» να είναι το τελευταίο κομμάτι μιας τεράστιας πορείας που κόπηκε άξαφνα επί σκηνής το βράδυ της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου. Ήταν το τραγούδι που ερμήνευε όταν υπέστη το μοιραίο εγκεφαλικό επεισόδιο και έχανε τις αισθήσεις της μπροστά στα μάτια χιλιάδων θεατών.
«Ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος θαυμαστής μου»
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου 1938, η Κυριακή ή Κική Παπαδοπούλου όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ήταν το τελευταίο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας η οποία ζούσε τότε σε ένα ημιυπόγειο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς της κατάγονταν από τον Πόντο και νωρίτερα ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη και όπως έλεγε η ίδια, η ζωή τους ήταν φτωχική αλλά ευτυχισμένη. Τα πρώτα παιδικά της χρόνια ήταν σκληρά καθώς βίωσε τον πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο, όμως η βεβαιότητα ότι έχει άστρο στο τραγούδι τη σφράγισε από μικρή. «Δεν θα ξεχάσω όταν, σε μικρή ηλικία, ο πατέρας μου Γιώργος με ανέβαζε πάνω στο τραπέζι για να του τραγουδήσω. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ήταν ο πρώτος μου θαυμαστής», έλεγε σε συνέντευξή της στη Lifo.
Στα 4 της χρόνια συμμετείχε στη ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», στην οποία τραγούδησε τη «Φλαμουριά» του Αυστριακού συνθέτη Φραντς Πέτερ Σούμπερτ. Αργότερα μπήκε σε «μπουλούκι» ως ηθοποιός αλλά στα 17 της χρόνια βγήκε να πει δυο τραγούδια σε μια παράσταση καθώς η τραγουδίστρια του θιάσου είχε αρρωστήσει. Ο Τόλης Χάρμας τη «βάφτισε» Μαρινέλλα το 1956 από το ομώνυμο τραγούδι του, λίγο πριν γνωρίσει τον άνθρωπο που στο πλάι του θα αποκτούσε φήμη και αναγνώριση σε όλη την Ελλάδα, τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. «Υπήρξαν κάποιες μέρες, μήνες, στην αρχή της γνωριμίας μας, τότε που δεν υπήρχαν ακόμα οι πολλές υποχρεώσεις. Κάναμε το κέφι μας μόνο, τα ψαρέματά μας, τις βόλτες μας… Δεν θυμάμαι μετά απ’ αυτόν τον πρώτο καιρό να μας απασχόλησε ξανά ο έρωτάς μας. Τον παραμελήσαμε πολύ, λόγω υποχρεώσεων και οι δυο. Όταν κατεβήκαμε στην Αθήνα, πέσανε όλοι οι συνθέτες πάνω μας. Μας δίναν όλοι τραγούδια τους και δεν κάναμε τίποτε άλλο. Μόνο πρόβες όλη μέρα. Τραβιόμαστε στα σπίτια των συνθετών και κάναμε πρόβες. Όλα τα άλλα τα αφήσαμε», έλεγε ο Στέλιος Καζαντζίδης χρόνια αργότερα στον Θανάση Λάλα. Οι δυο τους στην Αθήνα από το Νοέμβριο του 1957 γνώρισαν την αποθέωση και ταξίδεψαν με τα τραγούδια τους στην Αμερική και την Ευρώπη τραγουδώντας στους Έλληνες της διασποράς.
Το διαζύγιο με τον Καζαντζίδη
Ο γάμος τους τον Μάιο του 1964 έγινε ασφαλώς πρώτη είδηση όπως και ο χωρισμός τους τον Σεπτέμβριο του 1966, κάτι που σημάδεψε τον λαϊκό βάρδο για καιρό. «Δεν ήξερα πού βρίσκομαι και πού πατάω. Όταν βγήκε το διαζύγιο και χωρίσαμε με τη Μαρινέλλα, πέρασα μέρες που δεν ήθελα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου… Δεν με ένοιαζε αν θα φάω, πότε θα φάω και τι θα φάω. Τίποτε δεν με ένοιαζε», έλεγε με πάσα ειλικρίνεια ο Στέλιος Καζαντζίδης στη συνομιλία του με τον Θανάση Λάλα. Αιτία του διαζυγίου, όπως έλεγε και ο ίδιος ήταν η απόφασή του να αποσυρθεί από τα νυχτερινά κέντρα.
Στη συνέχεια η Μαρινέλλα προσπάθησε και κατάφερε ασφαλώς να χαράξει τη δική της πορεία στο τραγούδι κάνοντας επιτυχίες με τα «Σταλιά σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα, το «Ανοιξε πέτρα» του Μίμη Πλέσσα, το «Πάλι θα κλάψω» του Νάκη Πετρίδη, «Κοίτα με στα μάτια» του Ακη Πάνου κ.α. Στις ζωντανές της εμφανίσεις έδειξε το δρόμο για έναν άλλο τύπο διασκέδασης. Από «σεμνή και ταπεινή» δεύτερη φωνή καθισμένη δίπλα στον Καζαντζίδη, η Μαρινέλλα έκοψε το μαλλί της αγορίστικο, έδιωξε τις καρέκλες για τους τραγουδιστές και πλησίαζε το κοινό χορεύοντας και κάνοντας τα «θεατρικά» της με τις χαρακτηριστικές κινήσεις των χεριών της.
Η κόρη της και ο Τόλης Βοσκόπουλος
Παράλληλα, τον Ιούλιο του 1973 απέκτησε την κόρη της Τζωρτίνα με τον πρωταθλητή ιππασίας, Φρέντυ Σερπιέρη. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν, ανήκουστο για την εποχή εκείνη και η Μαρινέλλα πολύ γρήγορα γνώρισε και συνδέθηκε με τον Τόλη Βοσκόπουλο που κι αυτός είχε μόλις χωρίσει από τη Ζωή Λάσκαρη.
Τον Δεκέμβριο του 1975 παντρεύτηκαν στο διαμέρισμά της στο Παγκράτι φορώντας τζιν παντελόνια. Ιστορία άφησαν τα τραγούδια στα οποία οι δύο σταρ ερμήνευσαν μαζί αλλά και στις κοινές εμφανίσεις τους στη σκηνή με τη χημεία τους να είναι ασυναγώνιστη. Ο Τόλης Βοσκόπουλος έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στην κόρη της Μαρινέλλας αλλά το 1981 ήρθε ένα ακόμα διαζύγιο και για τους δύο.
Ο Βοσκόπουλος εγκαταστάθηκε σε καμπάνα του Αστέρα και η Μαρινέλλα έλεγε αργότερα: «Είχα μόνο σοβαρές σχέσεις που κρατούσαν χρόνια. Και όταν η Τζωρτζίνα ήταν 10 ετών και είχα πάρει διαζύγιο από τον Βοσκόπουλο -είχα ξεμπερδέψει για την ακρίβεια γιατί ο Τόλης δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι- αποφάσισα πως οι άντρες είχαν τελειώσει πια για μένα. Δεν ήθελα να δω πότε το παιδί μου κατσουφιασμένο από κάποιο αρνητικό σχόλιο που θα άκουγε για την προσωπική μου ζωή».
Το «Ρεσιτάλ» με τον Κώστα Χατζή
Νωρίτερα, η Μαρινέλλα είχε πετύχει μια ακόμα τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία συνεργαζόμενη με τον Κώστα Χατζή στο «Ρεσιτάλ». Τραγούδια όπως τα «Τρελός ή παλικάρι», «Γλυκό της νιότης μου πουλί», «Όλος ο κόσμος είσ’ εσύ», «Σ’ αγαπώ», «Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει», «Η αγάπη όλα τα υπομένει», τραγουδιούνται έως και σήμερα και από τις νεότερες γενιές προκαλώντας ρίγη συγκίνησης κι ας έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια από την ηχογράφησή τους. Σημειώνεται ότι το «Ρεσιτάλ» είναι ένας από τους δέκα πιο εμπορικούς ελληνικούς δίσκους με τις περισσότερες πωλήσεις.
Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Αντώνη Στεφανίδη (Καρδούλα μου δε σε μαλώνω), τον Γιώργο Χατζηνάσιο (Καμιά φορά), τον Αλέξη Παπαδημητρίου (Είσαι παντού και πουθενά, Τολμώ), τον Τάκη Μουσαφίρη (Θέλω να τ’ ακούω) και πολλά άλλα.
Όσα κι αν πει κανείς για αυτή την σπουδαία προσωπικότητα και καλλιτέχνιδα δεν φτάνουν για να αποδώσουν τις συγκινήσεις και τις χαρές που έδωσε σε εκατομμύρια Έλληνες όλες αυτές τις δεκαετίες. Που ξεκίνησε από το μηδέν σε ένα ημιυπόγειο στη Θεσσαλονίκη και κατέκτησε κορυφές που μετρημένοι στα δάχτυλα ομότεχνοί της βίωσαν.






















