Σε «ομηρία» βρίσκονται οι ελαιοπαραγωγοί της Αιτωλοακαρνανίας, καθώς οι χαμηλές τιμές και οι αυξημένες εισαγωγές φθηνού ελαιολάδου από την Τυνησία δημιουργούν ασφυκτικές πιέσεις στην τοπική παραγωγή.
Πιέζονται οι τιμές και στο ελληνικό λάδι από τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση φθηνότερου λαδιού από την Τυνησία. Ήδη στην Ιταλία έχει παρατηρηθεί σημαντική μείωση των τιμών στο εκεί εγχώριας παραγωγής λάδι και πλέον το ντόμινο έρχεται και στην Ελλάδα. Και αυτό γιατί όπως εξηγούν παράγοντες της αγοράς αυτή την στιγμή, τα δεδομένα στην ευρωπαϊκή αγορά, καθορίζουν χώρες όπως η Τυνησία και η Ισπανία.
Το ελαιόλαδο από την Τυνησία εισέρχεται σε τιμή περίπου 3,50 ευρώ ανά κιλό — μια τιμή που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, τους πιέζει να ρίξουν τις τιμές τους για να είναι ανταγωνιστικοί. Σημειωτέον ότι ένα μέρος των εξαγωγών της Τυνησίας σε λάδι έρχεται αδασμολόγητο στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ η Τυνησία διεκδικεί αύξηση των αδασμολόγητων εξαγωγών της προς την Ε.Ε. στους 100.000 τόνους.
Την ίδια ώρα όμως η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που έγινε τον προηγούμενο μήνα αποδείκνυε πως το 75% των εισαγωγών ελαιολάδου της ΕΕ προέρχεται από την Τυνησία, ενώ παράλληλα διαπίστωνε σημαντικά κενά στην εποπτεία του εισαγόμενου λαδιού, που σχετίζονται με τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, αλλά και με άλλες ουσίες που διαθέτουν μολυσματικά χαρακτηριστικά!
Οι φθηνές εισαγωγές ελαιολάδου και μάλιστα αμφίβολης ποιότητας κάνεις τους ελαιοπαραγωγούς στην Ελλάδα να αισθάνονται αδικημένοι, αφού το δικό τους λάδι είναι ασύγκριτα ποιοτικότερο.
Ο Πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Ελαιοπαραγωγών Αιτωλικού Φώτης Ακρίδας, μιλώντας στη «Συνείδηση» για το θέμα, επεσήμανε:
O Φώτης Ακρίδας
«Οι τιμές αυτή την στιγμή που αγοράζουν οι έμποροι και τα ελαιοτριβεία είναι πολύ χαμηλές. Αυτό δεν εξαρτάται από εμάς όμως, αλλά από τις παραγωγές και τις εισροές λαδιού από τρίτες χώρες και ακόμη περισσότερο τώρα από το εμπάργκο που υπήρχε στην Τυνησία και πλέον θα έρθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότεροι από 170.000 τόνοι λαδιού, ανάλογα βέβαια και με το τι ζητά η Ε.Ε..
Επίσης, έχουμε δει κατά καιρούς να απαγορεύεται η πώληση ελληνικού ελαιολάδου στον τενεκέ. Υπάρχει και νόμος γι’ αυτό και την ίδια στιγμή φέρνουν λάδι από την Τυνησία ως καλύτερο ποιοτικά. Αν είναι δυνατόν… Αν το λάδι του ελαιοπαραγωγού δεν ήταν εξαιρετικής ποιότητας, θα το έπαιρναν οι καταναλωτές; Πόσες φορές θα μπορούσαμε να πουλήσουμε ένα λάδι αμφιβόλου ποιότητας στους πελάτες μας; Ας αναρωτηθούν όλοι για τα ερωτήματα αυτά.
Υπάρχει ζήτημα, διότι διαμαρτυρόμαστε λ.χ. για το ρύζι της Μακεδονίας, για τα σιτηρά της Θεσσαλίας και για το ελαιόλαδο δεν λέμε τίποτε, την στιγμή μάλιστα που είμαστε 3η χώρα σε εξαγωγή ελαιολάδου. Είναι δυνατόν η Ιταλία και η Ισπανία να σκεφτεί το συμφέρον της Ελλάδας; Δεν μας δίνουν ούτε το δικαίωμα να εμπορευτούμε το λάδι μας μόνοι μας. Δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά κανείς και ποτέ. Λαμβάνουν αποφάσεις και φτιάχνουν νόμους που κανένας μικρός ελαιοπαραγωγός δεν μπορεί να αντιδράσει.
Την πιθανή φοροδιαφυγή το κράτος εύκολα μπορεί να την αποτρέψει και να δώσει επίσης το δικαίωμα σ’ αυτόν που παράγει λάδι να το εμπορεύεται και μόνος του και ως αποτέλεσμα αυτού θα ήταν να μην πληρώνει ο καταναλωτής λάδι 8 ευρώ, 9 ευρώ κλπ.
Το ελαιόλαδο από την Τυνησία είναι αμφιβόλου ποιότητας. Να υπενθυμίσω επίσης πως ουκ ολίγες φορές έχουμε εισάγει και καταναλώσει διάφορα προϊόντα από τρίτες χώρες και μετά μας είπαν πως ήταν ακατάλληλα τελικά και πως διέθεταν μέσα τους υπολείμματα επικίνδυνα για την υγεία των καταναλωτών.
Όμως δεν μας φταίνε μόνοι οι άλλοι. Υπάρχουν και προγράμματα στον αναπτυξιακό νόμο που επιτρέπουν σε μικρούς παραγωγούς, όχι σε όλους, υπάρχουν προϋποθέσεις, να συσκευάζουν λάδι και να το πουλάνε νόμιμα και με κέρδος, αλλά όλο αυτό είναι πολύ δύσκολο για τη γραφειοκρατία της Ελλάδας. Αυτό πρέπει να το δει η Πολιτεία, γιατί εκτός από αυτό είναι κρίμα να μας παίρνει το λάδι η Ιταλία και η Ισπανία και να το πουλά για δικό της. Σε μελέτες όπου έχουν γίνει στην Ε.Ε. οι Έλληνες έχουμε βγει πρώτοι και δεύτεροι με διαφορά στην ποιότητα του λαδιού από τους τρίτους και τους τέταρτους. Με αυτά τα στοιχεία πως είναι δυνατόν να εμπιστευόμαστε προϊόντα από τρίτες χώρες»;
Κωνσταντίνος Χονδρός – Εφημερίδα «Συνείδηση»
sinidisi.gr
























