Επιστολή για την αναγκαιότητα εισαγωγής μαθημάτων οικονομικής παιδείας στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έστειλε προς την Υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη το Οικονομικό Επιμελητήριο Δυτικής Ελλάδας.
Αναλυτικά:
«Με αφορμή την εισαγωγή μαθήματος Οικονομίας μιας ώρας στην Γ’ Γυμνασίου, σε αντιδιαστολή με προγενέστερη δήλωση (της πρώην ηγεσίας του Υπουργείου) για εισαγωγή δύο ωρών στην Α’ Λυκείου και δεδομένου ότι σε λίγες μέρες αρχίζει η σχολική περίοδος, θεωρούμε ότι πρέπει να γίνει μια ολιστική προσέγγιση του θέματος της οικονομικής Παιδείας.
Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένας θεσμός γνώσης, αλλά βασικός μοχλός κοινωνικής συνοχής. Αποτελεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου το κράτος διαμορφώνει τον πολίτη του αύριο, ενδυναμώνοντας τον με αξίες, γνώσεις και δεξιότητες που θα του επιτρέψουν να σταθεί ισότιμα στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Σε αυτό το πλαίσιο, η διδασκαλία οικονομικών μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν είναι μια δευτερεύουσα επιλογή, αλλά μια στρατηγική αναγκαιότητα. Στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου οι οικονομικές εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής, η οικονομική παιδεία πρέπει να λογίζεται ως δημόσιο αγαθό και ως βασική προϋπόθεση ισότιμης συμμετοχής των νέων στην κοινωνία και την αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία και τις καλές πρακτικές των άλλων χωρών η οικονομική παιδεία ενισχύει την επιχειρηματικότητα και την οικονομική ανάπτυξη ενώ ταυτόχρονα μειώνει την οικονομική ανισότητα. (Bose et al., 2015; Demertzis, 2018; Pașa et al., 2022; Prete, 2013). Πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2023), η Ελλάδα κατατάσσεται 23η ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ ως προς το επίπεδο οικονομικής παιδείας. Την ίδια στιγμή, ενώ η Κυβέρνηση έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ-27 όσον αφορά την εμπιστοσύνη των πολιτών στις ηλεκτρονικές τραπεζικές πλατφόρμες.
Η πρόσφατη εμπειρία της οικονομικής κρίσης ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο το τίμημα αυτής της έλλειψης: εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά βρέθηκαν παγιδευμένα σε μη βιώσιμα δάνεια, ανίκανα να διαχειριστούν τις συνέπειες ενός συστήματος που κατανοούσαν ελάχιστα. Ο άκριτος καταναλωτισμός, σε συνδυασμό με την έλλειψη εκπαιδευτικής καλλιέργειας γύρω από την αξία της αποταμίευσης, ενίσχυσε τις ανισότητες και υπονόμευσε τη συλλογική ανθεκτικότητα της κοινωνίας.
Αντίθετα, μια παιδεία που ενσωματώνει την οικονομική εκπαίδευση ως θεμελιώδες δικαίωμα εξοπλίζει τον πολίτη με κριτική σκέψη, αυτονομία και υπευθυνότητα. Οι νέοι με οικονομική παιδεία κατανοούν σε βάθος τις πολιτικές αποφάσεις που σχετίζονται με τη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση και τις δημόσιες δαπάνες. Έτσι, μπορούν να συμμετέχουν πιο ουσιαστικά στη δημοκρατική ζωή, να ελέγχουν την πολιτική εξουσία και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας πιο δίκαιης και λειτουργικής κοινωνίας. Παράλληλα, η εξοικείωση με την επιχειρηματική δραστηριότητα δεν ενισχύει μόνο την ατομική προοπτική, αλλά και την οικονομική ανάπτυξη σε συλλογικό επίπεδο, μέσω της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και καινοτόμων προσεγγίσεων.
Ένας απόφοιτος λυκείου που εντάσσεται στην αγορά εργασίας πρέπει:
- να μπορεί να καταρτίζει έναν προσωπικό προϋπολογισμό και να ελέγχει τα έξοδά του,
- να αποφεύγει την υπερχρέωση και να αντιλαμβάνεται τη σημασία της αποταμίευσης
- να γνωρίζει τις βασικές μορφές επένδυσης, προκειμένου να διασφαλίσει μακροπρόθεσμη σταθερότητα,
- να κατανοεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από μια σύμβαση εργασίας, τις ασφαλιστικές εισφορές, τα εργασιακά ωράρια και τη φορολογία,
- να έχει εξοικείωση με τις βασικές αρχές της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού, ώστε να αξιοποιεί δημιουργικά τις ευκαιρίες της αγοράς και τέλος,
- , να διαθέτει την κριτική ικανότητα να ερμηνεύει τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, συνδέοντάς τες με τη δική του ζωή και τις συλλογικές προοπτικές της κοινωνίας.
Η διδασκαλία οικονομικών μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν είναι απλώς μια εκπαιδευτική επιλογή, αλλά μια πολιτική επένδυση στο μέλλον της κοινωνίας. Για τους ανωτέρω λόγους η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει την οικονομική εκπαίδευση ως αναπόσπαστο στοιχείο της γενικής παιδείας και ως βασικό εργαλείο ενδυνάμωσης των μαθητών.
Για τον σκοπό αυτό, προτείνεται η καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου ωρολογίου προγράμματος στο Λύκειο, με κατανομή δύο (2) ωρών στην Α’ Λυκείου, δύο (2) ωρών στη Β’ Λυκείου και έξι (6) ωρών στη Γ’ Λυκείου, όπως είναι ήδη. Η διάρθρωση αυτή θα διασφαλίζει την κλιμάκωση της διδασκαλίας από τις βασικές έννοιες μέχρι την ουσιαστική κατανόηση βασικών εννοιών της οικονομικής επιστήμης από τον μαθητή. Επιπλέον, η οικονομική παιδεία δεν θα πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στο Λύκειο, αλλά να έχει μια προπαρασκευαστική μορφή ήδη από το Γυμνάσιο. Σε αυτήν την ηλικία, οι μαθητές αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα την κοινωνική πραγματικότητα και μπορούν να εξοικειωθούν με απλές αλλά ουσιαστικές οικονομικές έννοιες και για αυτό και προτείνεται η εισαγωγή μίας (1) ώρας διδασκαλίας εβδομαδιαίως στην Γ τάξη του Γυμνασίου. Θεωρούμε αυτονόητο ότι τα πάσης φύσεως οικονομικά μαθήματα θα πρέπει να διδάσκονται από οικονομολόγους (απόφοιτους οικονομικών σχολών), διότι η λεπτομερής και αντιπροσωπευτική διδασκαλία της ύλης πρέπει να γίνεται από καθηγητές της συγκεκριμένης ειδικότητας, που έχουν πλήρη γνώση της θεματολογίας, ως βασικό αντικείμενο των σπουδών τους».
agriniopress.gr