Ο Γιώργος Λιάνης, δημοσιογράφος και για πολλές θητείες βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, βρέθηκε στο Μεσολόγγι στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Έξοδο.
Την εμπειρία του για την πόλη την κατέγραψε σε άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών και δεν είναι κολακευτική για την κατάσταση που επικρατεί.
«Μου έκανε τεράστια εντύπωση, με τύφλωσε στην κυριολεξία, η φτώχεια και η κατάντια του σημερινού Μεσολογγίου», λέει χαρακτηριστικά.
Το άρθρο όπως αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αιχμή (aixmi-news.gr):
Μεσολόγγι, χαίρε ω χαίρε ΦΤΩΧΕΙΑ
Του Γιώργου Λιάνη
πηγή: efsyn.gr
ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ούτε μήνας που γύρισα από εκεί, τότε που έγινε το συνέδριο «Δημοσιογράφοι στον Πόλεμο». Μια εξαιρετική πρωτοβουλία της ΕΣΗΕΑ, που έδωσε παγκόσμιες διαστάσεις στο γεγονός. Εκεί βραβεύτηκαν οι ήρωες Έλληνες δημοσιογράφοι, οι οποίοι αυτή τη στιγμή βρίσκονται στη Μέση Ανατολή που φλέγεται. Στο μαλακό υπογάστριο της οικουμένης, στη Βηρυτό του Λιβάνου, στο Τελ Αβίβ του Ισραήλ, στην Τεχεράνη του Ιράν.
Μου έκανε τεράστια εντύπωση, με τύφλωσε στην κυριολεξία, η φτώχεια και η κατάντια του σημερινού Μεσολογγίου. Αυτό είναι το «ένδοξο αλωνάκι» που έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός; Αυτή η «πολιτειούλα» που δεν έχει στον ήλιο μοίρα; Που δεν έχει δρόμους; Που δεν έχει νέους; Που δεν έχει ξενοδοχεία; Που οι ψαράδες αργοσβήνουν στη λιμνοθάλασσα και οι οδηγοί ταξί μετράνε το βράδυ τη σούμα της ημέρας γύρω στα 15 ευρώ; Έπαθα σοκ!
Ένα μπακάλικο, όλα τα άλλα τα κατάπιε το μεγάλο σούπερ μάρκετ… Τέσσερα-πέντε περίπτερα. Ξενοδοχεία χωρίς τα βασικά στοιχεία που διαθέτει ένα ξενοδοχείο. Ποιοι είναι αυτοί οι μαγαριστές, που δεκαετίες τώρα άφησαν σ’ αυτήν την κατάντια το Μεσολόγγι;
Για να είμαι ειλικρινής σ’ αυτόν τον βραδινό περίπατο είδα και κάτι που με παρηγόρησε. Ένα στρατόπεδο με την ονομασία «Σπύρος Μουστακλής». Ευτυχώς που οι «λωτοφάγοι» θυμήθηκαν τον αιματοστόλιστο στρατηγό, που τον βασάνισε ανηλεώς η χούντα.
Πριν από κάποια χρόνια, όταν ήμουν κι εγώ στην πολιτική, το Μεσολόγγι και η Φλώρινα ήταν οι δύο πολιτείες που διέθεταν τον μεγαλύτερο κατ’ αναλογία φοιτητικό πληθυσμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 4.500 φοιτητές η Φλώρινα, 5.000 το Μεσολόγγι! Από τη Φλώρινα αφαίρεσαν τη Σχολή Βαλκανικών Σπουδών και τη μετέφεραν στο Αριστοτέλειο, ενώ η Φλώρινα έχει διπλά ψυχροπολεμικά σύνορα με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία. Από το Μεσολόγγι κατακλέψαν οι θεομπαίχτες τη Σχολή Ιχθυοκαλλιέργειας. Η Φλώρινα έχει σήμερα με το ζόρι 1.800 με 2.000 φοιτητές και το Μεσολόγγι 200!
Ποιος κατάπιε το Πανεπιστήμιο του Μεσολογγίου; Ποιος του έκλεψε την έδρα; Ποιος του πήρε τους φοιτητές; Ρώτησα έναν ταξιτζή που τον λένε Βαγγέλη και μου είπε: «Οι Αγρινιώτες βουλευτές, κ. Λιάνη. Αλλά και η Πάτρα. Αυτοί μας φάγανε».
«Οι Αγρινιώτες βουλευτές, κ. Λιάνη. Αλλά και η Πάτρα. Αυτοί μας φάγανε»
Πριν από λίγες ημέρες το Μεσολόγγι είχε τη μεγαλύτερη αναλογία επισήμων απ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Πώς έγινε αυτό; Ήταν οι Γιορτές της Εξόδου. Όλοι ήταν εκεί. Από πρωθυπουργό μέχρι υπουργό Άμυνας, αρχηγό Στρατού και δεν συμμαζεύεται… Τα είδαμε στην τηλεόραση. Ο πρωθυπουργός να ασπάζεται έναν πίνακα ως να είναι εικόνισμα και τα αγήματα να αποδίδουν τιμές στους πεθαμένους ήρωες και όχι στους ένδοξους επιζώντες.
Η μνήμη μου λογχίζει τις σκέψεις. Εδώ δεν είναι που πήραν την απόφαση οι άντρες να σκοτώσουν τα παιδιά και τις γυναίκες τους μαζικά, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων; Ευτυχώς ο επίσκοπος Ιωσήφ απέτρεψε τους μαζικούς φόνους, όπου τα παιδιά, την ώρα της Εξόδου, θα έπιναν αφιόνι για να μην καταλάβουν τι θα γίνει.
Ένα τρομακτικό αίσθημα αδικίας πλανιέται στο Μεσολόγγι. Τι κι αν το ύμνησε ο Σολωμός; Τι κι αν το ύμνησε ο Παλαμάς; Τι κι αν έγραψε γι’ αυτό ο Μεσολογγίτης αναρχικός ποιητής Θωμάς Γκόρπας; Τι κι αν έγραψε ο Μιχάλης Κατσαρός την ομώνυμη ποιητική συλλογή; Τι κι αν έκανε ο Μάντζαρης τον Εθνικό Ύμνο; Τι κι αν έκανε ο Μαρκόπουλος τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»; Τι κι αν ο γενάρχης της λογοτεχνίας μας δεν τόλμησε να αποτελειώσει το ποίημά του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και μας άφησε ατόφια αριστουργήματα σε τρία διαφορετικά Σχεδιάσματα;
Ο Σταύρος ο ψαράς, που με πήγε μέχρι την εκκλησούλα που υπάρχει στη λιμνοθάλασσα και βάφτηκε στο αίμα των Τούρκων, είναι αμείλικτος. «Είχαμε Πανεπιστήμιο στο Μεσολόγγι. Έδρα Πανεπιστημίου. Και είχαμε αυτά τα παιδιά που έδιναν ζωή στην πόλη και ψωμί σε μας. Μια μέρα, στα ξαφνικά, αντιληφθήκαμε πως δεν υπάρχουν πια ούτε τα παιδιά, ούτε οι σχολές, ούτε η έδρα του Πανεπιστημίου. Όλα είχαν πάει στην Πάτρα. Η έδρα είχε δοθεί το 1983 στα καλά χρόνια. Τώρα που μας βρήκε αυτό το κακό, δεν μας υπερασπίστηκε κανείς. Ούτε δήμαρχοι, ούτε βουλευτές, ούτε υπουργοί. Θα ξέρεις ότι η Ιόνια Οδός περνάει από εδώ κοντά. Το Μεσολόγγι, που είναι 38 χιλιόμετρα μακριά, το πέταξε έξω. Ποιος θα έρθει από τα νησιά στο Μεσολόγγι, που παλιά έρχονταν από εκεί εκατοντάδες επισκέπτες; Δρόμους δεν έχουμε, αλλά πέτρες και σκόνη έχουμε. Αυτά τα ξενοδοχεία, η “Αύρα”, το “Θεοξένια”, το “Liberty”, έχουν ωραία ονόματα, αλλά δεν έχουν πελάτες. Και δεν έχουν πελάτες γιατί δεν έχουμε τουρισμό. Και δεν έχουμε τουρισμό γιατί αυτό το κράτος μάς έχει για πεθαμένους.
Τώρα που μας βρήκε αυτό το κακό, δεν μας υπερασπίστηκε κανείς. Ούτε δήμαρχοι, ούτε βουλευτές, ούτε υπουργοί
Παλιά έρχονταν αυτοί της Εστίας και γεμίζαμε. Ούτε εκδρομές δεν στέλνουν εδώ. Ούτε σχολεία δεν έρχονται για να δουν κατάματα την Ιστορία. Ούτε οι γυναίκες για να μάθουν για τις ξακουστές γυναίκες του Μεσολογγίου: την Αλτάνα, σύζυγο του Μάγερ, η οποία σφαγιάστηκε στην Έξοδο, και την άλλη, την παρακόρη, που τη ζωγράφισαν σαν να ήταν η Μασσαλιώτιδα».
Βράδυ στο Μεσολόγγι, αισθάνεσαι ίσκιους βουβούς σε κάθε γωνιά και μουρμουρητά. Ίσως είναι οι φωνές των αγαλμάτων που συζητάνε. Εγώ, έρημος και μόνος, περιδιαβαίνοντας αυτές τις γειτονιές, έβλεπα σπίτια χωρίς φώτα, ελάχιστα αυτοκίνητα στους δρόμους και πού και πού κανένα μπαράκι που έσφυζε από νιάτα και χορό. Ναι, αυτός όμως είναι ο χορός του Ζαλόγγου. Κανένα απ’ αυτά τα παιδιά δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Δεν φεύγουν στο εξωτερικό γιατί δεν έχουν χρήματα οι γονείς τους. Δεν μένουν στο Μεσολόγγι γιατί δεν μπορεί να τα ζήσει.
Άκουσα πάλι τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα των επισήμων, τα υποκριτικά χαμόγελα, την αβροφροσύνη που επιδείκνυαν στο πλήθος, τους κομπασμούς για την ελευθερία και την Ελλάδα και θυμήθηκα τον στίχο του Μιχάλη Κατσαρού: «Ελευθερία ανάπηρη, πάλι σου τάζουν…».
Δεν ξέρω σε ποια μεριά της Ιστορίας στάθηκε η κυβέρνηση. Αυτό που ξέρω θα το πω καθαρά. Είναι η ρήση του Χέρτσεν ότι «οι πολιτικοί δεν είναι οι γιατροί, είναι η ασθένεια»…
Το ένιωσα καθαρά και στην πατρίδα μου, τη Φλώρινα, αυτό το συναίσθημα. Ότι υπάρχει ένα μίασμα στη χώρα, μια μόλυνση, που προφανώς ξεκινά από πάνω. Με ανιστόρητους ηγέτες που δεν έχουν ιδέα τι ακριβώς είναι η Ελλάδα.
Το ξέρω ότι βαπτίζω τα πράγματα στην κολυμπήθρα του αισθήματος. Αλλά έτσι αισθάνθηκα και στις δύο πόλεις, στο Μεσολόγγι και στη Φλώρινα. Για τη Φλώρινα, ο Ανδρέας είχε πει πως «η Ελλάδα δεν τελειώνει στη Φλώρινα. Η Ελλάδα αρχίζει από τη Φλώρινα». Το Μεσολόγγι βρίσκεται στην καρδιά της Ελλάδας. Η Πρέσπα είναι στις εσχατιές των συνόρων. Κι όμως, έχουν την ίδια μοίρα. Μεγαλεία από το παρελθόν, ερείπια στο παρόν και καμιά προοπτική για το μέλλον.
Μα θα μου πείτε τι είναι το σημερινό Μεσολόγγι; Είναι καμιά σύγχρονη πόλη; Με την έννοια που το εννοείτε όχι. Δεν είδα λεωφορεία ή αεροπλάνα, ούτε είδα καμιά κουρσάρα. Όμως είδα ανθρώπους που στέκονται όρθιοι και που ξέρουν την καταγωγή τους. Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας, ο κόσμος του Μεσολογγίου, υπάρχει. Υπάρχει στην «κιβωτό» του κάθε Έλληνα. Όλοι μας στα πολύ δύσκολα λέμε τη φράση: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι»!
Είδα ανθρώπους που στέκονται όρθιοι και που ξέρουν την καταγωγή τους. Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας, ο κόσμος του Μεσολογγίου, υπάρχει
Δεν ξέρω αν θα βαστάξει. Δεν ξέρω αν κάτι μπορεί ν’ αλλάξει αυτήν την ελεεινή και παμφάγο καθημερινότητα.
Αυτή τη λάμια. Τα χαμόγελα του πρωθυπουργού δεν έφεραν καμία ελπίδα. Στους δέκα Μεσολογγίτες που μίλησα είναι ζήτημα να βρήκα έναν αισιόδοξο. Οι άλλοι δεν έχουν αυταπάτες. Το Μεσολόγγι θα σβήσει. Θα γίνει ένα χωριουδάκι. Με συγκινούν ωστόσο αυτοί οι κάτοικοι που απομένουν για τη στωικότητα που επιδεικνύουν απέναντι στις απόντες εξουσίες. Και μια τέτοια είναι και η σημερινή.
Πριν από 200 χρόνια ο Κασομούλης έγραφε για την Έξοδο: «Λίγες μέρες πριν από την Έξοδο, για να μην ακουστεί το κλάμα των παιδιών και για να μην αιχμαλωτιστούν, η ένοπλη φρουρά αποφασίζει να σκοτώσει όλες τις γυναίκες και τα παιδιά, χωρίς εξαίρεση. Ο ένας έσφαζε του αλλουνού την οικογένεια».
Και βέβαια ο γενάρχης της λογοτεχνίας μας, που αν διαβάσει κανείς τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» θα ψηλώσει. Ο κόμης Σολωμός στα χρόνια της Επανάστασης μας χάρισε τον Εθνικό Ύμνο μας και τους ωραιότερους δεκαπεντασύλλαβους που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα.
agrinionews.gr


